Στη Γερμανία εξελίσσεται μια σοβαρή κρίση στο σύστημα υγείας και ειδικότερα στα νοσοκομεία, με αποτέλεσμα ολοένα και περισσότερες κλινικές να οδηγούνται σε οικονομική κατάρρευση. Σύμφωνα με πληροφορίες της γερμανικής εφημερίδας junge Welt, μόνο το 2024, 29 νοσοκομεία ή νοσοκομειακοί όμιλοι κήρυξαν πτώχευση, γεγονός που αποτυπώνει μια γενικευμένη τάση και όχι μεμονωμένα περιστατικά. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των νοσοκομείων εμφανίζουν σοβαρά ελλείμματα, ενώ μόλις ένα μικρό ποσοστό καταφέρνει να κλείσει τη χρονιά με πλεόνασμα.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι μικρές και μεσαίες κλινικές,
κυρίως στην περιφέρεια, οι οποίες αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στο αυξημένο
κόστος ενέργειας, προσωπικού και ιατρικών υλικών. Το πρόβλημα δεν σχετίζεται μόνο
με την σημερινή οικονομική πολιτική, αλλά έχει βαθύτερα, δομικά χαρακτηριστικά.
Καθοριστικό ρόλο παίζει το ισχύον σύστημα χρηματοδότησης μέσω DRGs, δηλαδή η αποζημίωση των
νοσοκομείων ανά περιστατικό. Το μοντέλο αυτό ευνοεί οικονομικά τις «κερδοφόρες»
ιατρικές πράξεις, ενώ αφήνει κρίσιμες και κοινωνικά αναγκαίες υπηρεσίες —όπως
τα τμήματα επειγόντων, οι εφημερίες και οι μαιευτικές μονάδες— μόνιμα υποχρηματοδοτημένες.
Η πίεση αυτή αποτυπώνεται άμεσα στις συνθήκες εργασίας.
Ελλείψεις προσωπικού, εντατικοποίηση, εξάντληση και αδυναμία μακροπρόθεσμου
σχεδιασμού χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα στα νοσοκομεία. Παράλληλα, η
πρόσβαση των ασθενών σε έγκαιρη και ποιοτική περίθαλψη γίνεται όλο και πιο
άνιση, ειδικά στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές, όπου τα λουκέτα
νοσοκομείων μετατρέπουν την απόσταση σε παράγοντα κινδύνου για τη ζωή.
Σε αυτό το πλαίσιο, το συνδικάτο verdi απορρίπτει το σύστημα
χρηματοδότησης των νοσοκομείων μέσω DRGs και δεν περιορίζεται σε διορθωτικές κινήσεις. Σύμφωνα με το verdi η ίδια η λογική των DRGs—η αποζημίωση ανά
περιστατικό— μετατρέπει την Υγεία σε εμπόρευμα και τα νοσοκομεία σε
επιχειρήσεις που λειτουργούν με κριτήριο το οικονομικό αποτέλεσμα. Το verdi
θεωρεί ότι το σύστημα αυτό αποτελεί βασική αιτία της χρόνιας υποχρηματοδότησης,
της εντατικοποίησης της εργασίας και των συνεχών κλεισιμάτων νοσοκομείων. Για
τον λόγο αυτό ζητά την εγκατάλειψη των DRGS ως κεντρικού μηχανισμού χρηματοδότησης και την αντικατάστασή
τους από ένα μοντέλο σταθερής κρατικής χρηματοδότησης των πάγιων δαπανών, με
σχεδιασμό του νοσοκομειακού δικτύου βάσει των πραγματικών υγειονομικών αναγκών
του πληθυσμού.
Αντίστοιχο μοντέλο χρηματοδότησης τύπου DRGs εφαρμόζεται
πλέον και στην Ελλάδα, ως βασικός τρόπος αποζημίωσης των νοσοκομείων. Η
εμπειρία από τη Γερμανία δείχνει ότι οι επιπτώσεις ενός τέτοιου συστήματος δεν
εμφανίζονται άμεσα, αλλά εκδηλώνονται σταδιακά, μέσα από ελλείψεις προσωπικού,
συγχωνεύσεις μονάδων, υποβάθμιση κρίσιμων υπηρεσιών και περιορισμό της
πρόσβασης στη δημόσια Υγεία. Είναι λοιπόν φανερό ότι η πλήρης εφαρμογή αυτού
του μοντέλου χρηματοδότησης θα εντείνει τα ήδη μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει
το ΕΣΥ και η περαιτέρω συρρίκνωση των νοσοκομειακών μονάδων θα συνεχιστεί.
