Η εκλογική διακήρυξη της Ανυπότακτης Κίνησης στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας


Η σημερινή κατάσταση του κόσμου της εργασίας δεν είναι αποτέλεσμα «κακών πρακτικών» ούτε απλής εργοδοτικής αυθαιρεσίας. Είναι αποτέλεσμα συγκροτημένης πολιτικής επιλογής.

Η κυβέρνηση της ΝΔ έχει αναλάβει τον ρόλο του πολιτικού οργανωτή μιας βαθιάς αναδιάρθρωσης υπέρ του κεφαλαίου. Με πρόσχημα την «ανταγωνιστικότητα» και την «ανάπτυξη», διαμορφώνει ένα πλαίσιο όπου η εργασία γίνεται πιο φθηνή, πιο ευέλικτη και πιο ελεγχόμενη. Οι θεσμοί και οι ρυθμίσεις που κερδήθηκαν ιστορικά με αίμα από το εργατικό κίνημα για να προστατεύουν τη συλλογική διαπραγμάτευση και τη συνδικαλιστική δράση αποδυναμώνονται, ενώ οι εργοδοτικές απαιτήσεις μετατρέπονται διαρκώς σε κατά παραγγελία νόμους.

Η «ανάπτυξη» που προβάλλεται δεν αφορά την κοινωνική πλειοψηφία. Αφορά την ενίσχυση της κερδοφορίας μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, την προώθηση ιδιωτικοποιήσεων, τη μεταφορά δημόσιων πόρων προς το κεφάλαιο, την επέκταση της στρατιωτικής προετοιμασίας για τα συμφέροντα ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παραμένουν συμπιεσμένοι, η επισφάλεια γενικεύεται και η εντατικοποίηση γίνεται καθημερινότητα.

Η κυβέρνηση της ΝΔ λειτουργεί ως επιτελείο οργάνωσης της αντεργατικής επίθεσης. Νομοθετεί την απορρύθμιση, επεκτείνει τον εργάσιμο χρόνο, περιορίζει τη συλλογική διαπραγμάτευση, αποδυναμώνει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς και θωρακίζει θεσμικά την εργοδοτική ισχύ. Το 13ωρο, η διατήρηση του κατώτατου μισθού υπό μονομερή κυβερνητικό καθορισμό, η ουσιαστική ακύρωση των κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων, δεν είναι τεχνικές παρεμβάσεις. Είναι εργαλεία αναδιανομής δύναμης υπέρ του κεφαλαίου.

Η απάντηση του εργατικού κινήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε μεμονωμένες αντιδράσεις απέναντι σε «παραβάτες εργοδότες». Απαιτεί πολιτική και συνδικαλιστική αντιπαράθεση με το πλαίσιο που οργανώνει την επίθεση. Όχι ως αφηρημένη «μεγάλη σύγκρουση», αλλά ως σχέδιο οργάνωσης μαχών σε όλα τα επίπεδα: στον χώρο δουλειάς, στον κλάδο, απέναντι στην κυβέρνηση και τις επιλογές της.

Η συνολική κατεύθυνση κρίνεται στις συγκεκριμένες μάχες. Και οι μικρές κατακτήσεις αποκτούν νόημα όταν εντάσσονται σε μια στρατηγική που αμφισβητεί την κανονικότητα της υποχώρησης.

2. Συλλογικές Συμβάσεις – Απόρριψη της «Εθνικής Συμφωνίας»

Η πραγματικότητα για τον κόσμο της δουλειάς είναι αμείλικτη: η κάλυψη από Συλλογικές Συμβάσεις έχει καταρρεύσει. Στις αρχές του 2025 μόλις το 10,6% των εργαζομένων καλυπτόταν από ΣΣΕ – αρνητική πρωτιά στην Ευρωζώνη. Οι κλαδικές συμβάσεις είναι ελάχιστες, ενώ οι επιχειρησιακές καλύπτουν περιορισμένο ποσοστό και συχνά με δυσμενέστερους όρους.

Την ίδια στιγμή, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην Ε.Ε. Η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διευρύνθηκε δραματικά την περίοδο των μνημονίων και δεν αποκαταστάθηκε ποτέ. Η απορρύθμιση των Συλλογικών Συμβάσεων δεν ήταν τεχνική παρέμβαση· αποτέλεσε βασικό εργαλείο συμπίεσης της εργασίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η λεγόμενη «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία» που ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Εργασίας μαζί με τις εργοδοτικές οργανώσεις – ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ, ΣΒΕ – και τη ΓΣΕΕ, παρουσιάστηκε ως αποκατάσταση των Συλλογικών Συμβάσεων. Στην ουσία πρόκειται για περιορισμένη θεσμική αναδιάταξη που αφήνει ανέγγιχτο τον πυρήνα της απορρύθμισης, ακολουθώντας πλήρως τις κατευθύνσεις της Ε.Ε. που αντιμετωπίζει την εργασία ως έναν ακόμα «ευέλικτο συντελεστή παραγωγής».

Δεν αποκαθίσταται η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση ως πεδίο καθορισμού του κατώτατου μισθού, ο οποίος εξακολουθεί να αποφασίζεται μονομερώς από την κυβέρνηση. Η ουσιαστική επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων δεν επανέρχεται, ενώ η δυνατότητα των εργοδοτών να αποφεύγουν την υπογραφή τους παραμένει ενεργή. Η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία ΟΜΕΔ δεν αποκαθίσταται ως πραγματικό εργαλείο πίεσης, καθώς εισάγονται φίλτρα και προϋποθέσεις που περιορίζουν τη χρήση της.

Ακόμη και οι ρυθμίσεις για τη «μετενέργεια» παραμένουν περιορισμένες, ενώ προβλέπονται εξαιρέσεις που επιτρέπουν σε επιχειρήσεις να εφαρμόζουν επιχειρησιακές συμβάσεις με δυσμενέστερους όρους.

Η συμφωνία αυτή δεν ανατρέπει το πλαίσιο που διαμόρφωσε τη μνημονιακή αποδιάρθρωση. Αντιθέτως, το νομιμοποιεί με φτιασιδώματα. Η συναίνεση της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ σε αυτό το σχήμα συνιστά πολιτική ευθύνη: όταν η συλλογική διαπραγμάτευση αποσυνδέεται από την οργάνωση του αγώνα, μετατρέπεται σε διαχείριση περιορισμών.

Η θέση μας είναι καθαρή: η «Εθνική Συμφωνία» δεν αποκαθιστά τις Συλλογικές Συμβάσεις. Δεν επαναφέρει την ισχύ των κλαδικών, δεν επαναφέρει τον κατώτατο στη διαπραγμάτευση, δεν εξασφαλίζει δεσμευτική κάλυψη των εργαζομένων.

Η αποκατάσταση των Συλλογικών Συμβάσεων απαιτεί:

Επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης με καθορισμό του κατώτατου

μισθού μέσω διαπραγμάτευσης.

Υποχρεωτική και πλήρη επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων.

Υπερίσχυση της κλαδικής έναντι της επιχειρησιακής.

Πραγματικό δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία.

Χωρίς αυτά, η συλλογική διαπραγμάτευση παραμένει τυπική και η εργασία εκτεθειμένη.

3. Μισθός, ακρίβεια και χρόνος εργασίας – Η αναδιανομή υπέρ του κεφαλαίου

Η πραγματική εικόνα της οικονομίας δεν αποτυπώνεται στους δείκτες ανάπτυξης, αλλά στον μισθό. Και εκεί η εικόνα είναι σαφής: το μερίδιο της εργασίας παραμένει συμπιεσμένο, ενώ η κερδοφορία μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων ενισχύεται.

Η αγοραστική δύναμη των μισθών στην Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απόσταση που άνοιξε στη μνημονιακή περίοδο δεν έχει κλείσει. Η ακρίβεια στην ενέργεια, στη στέγη και στα βασικά αγαθά λειτουργεί ως μηχανισμός διαρκούς μεταφοράς εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο. Οι ονομαστικές αυξήσεις, όπου υπάρχουν, εξανεμίζονται μέσα σε ένα περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού.

Ο κατώτατος μισθός εξακολουθεί να καθορίζεται μονομερώς από την κυβέρνηση. Δεν αποτελεί αποτέλεσμα ελεύθερης συλλογικής διαπραγμάτευσης. Υποτάσσεται στη λογική της «ανταγωνιστικότητας» και των δημοσιονομικών ορίων. Όσο ο κατώτατος δεν αποτελεί αντικείμενο Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης, η εργασία παραμένει θεσμικά υποδεέστερη έναντι του κεφαλαίου.

.Σε αυτές τις συνθήκες, η διεκδίκηση αυξήσεων δεν αρκεί. Απαιτείται η καθιέρωση μηχανισμού τιμαριθμικής προσαρμογής των μισθών, ώστε το εισόδημα να προστατεύεται αυτόματα από τον πληθωρισμό. Ένας τέτοιος μηχανισμός δεν είναι «υπερβολή». Είναι στοιχειώδης όρος άμυνας απέναντι στη διαρκή διάβρωση της αγοραστικής δύναμης και παρέχει ελάχιστη οριζόντια προστασία σε όλους τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από τον συσχετισμό δύναμης στον κάθε χώρο δουλειάς.

Παράλληλα, η θεσμοθέτηση της 13ωρης απασχόλησης και η διεύρυνση των ευέλικτων μορφών εργασίας ενισχύουν μια λογική όπου η απώλεια εισοδήματος καλύπτεται με περισσότερο χρόνο δουλειάς. Αντί για αναδιανομή υπέρ της εργασίας, επιβάλλεται μεγαλύτερη εντατικοποίηση. Η πολλαπλή απασχόληση παρουσιάζεται ως «ευκαιρία», αλλά στην πράξη είναι αποτέλεσμα ανάγκης.

Η επιλογή να εργάζεται κανείς δύο δουλειές για να τα βγάλει πέρα δεν είναι ατομική φιλοδοξία. Είναι συνέπεια μιας πολιτικής που μεταφέρει συστηματικά το βάρος της κρίσης και της ακρίβειας στους εργαζόμενους, προστατεύοντας τα περιθώρια κέρδους.

Η διεκδίκηση ουσιαστικών αυξήσεων, επαναφοράς του κατώτατου στη συλλογική διαπραγμάτευση, καθιέρωσης τιμαριθμικής προσαρμογής και περιορισμού του εργάσιμου χρόνου αποτελεί στοιχειώδη πράξη κοινωνικής εξισορρόπησης. Χωρίς αξιοπρεπή μισθό και προστατευμένο χρόνο εργασίας, η «ανάπτυξη» παραμένει άνιση και ταξικά μεροληπτική.

4. Υγεία και Ασφάλεια – Πρόληψη με κοινωνικό έλεγχο, όχι «διαχείριση κινδύνου» με όρους «κόστους-οφέλους» σε βάρος των ζωών μας

Τα εργατικά δυστυχήματα και οι επαγγελματικές ασθένειες δεν είναι «ατυχή περιστατικά». Είναι το αποτέλεσμα μιας παραγωγικής διαδικασίας όπου η πίεση για ταχύτητα, μείωση κόστους και αύξηση κερδοφορίας προηγείται της πρόληψης.

Στον ιδιωτικό τομέα, η εντατικοποίηση, η ελλιπής στελέχωση και η ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας αυξάνουν αντικειμενικά τον κίνδυνο. Όταν το μέτρο είναι η απόδοση και όχι η ασφάλεια, η πρόληψη αντιμετωπίζεται ως επιβάρυνση.

Η ευθύνη δεν είναι μόνο εργοδοτική. Το κράτος έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο ανεπαρκούς ελέγχου και περιορισμένης λογοδοσίας. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν έχουν ενισχυθεί στον βαθμό που απαιτεί η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας. Η καταγραφή επαγγελματικών ασθενειών παραμένει ελλιπής. Το κόστος των συνεπειών μεταφέρεται στο γενικό ασφαλιστικό σύστημα, όχι σε εκείνους που παράγουν τον κίνδυνο.

Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην «τήρηση της νομοθεσίας». Απαιτεί:

Ενίσχυση και ουσιαστική στελέχωση των μηχανισμών ελέγχου.

Δημιουργία Ταμείου Ασφάλισης Επαγγελματικού Κινδύνου με αποκλειστική εργοδοτική

χρηματοδότηση, ανάλογη της επικινδυνότητας.

Καθολική και διαφανή καταγραφή ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.

Ταυτόχρονα, απαιτεί αναβάθμιση του ρόλου των ίδιων των εργαζομένων στην πρόληψη. Οι Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας δεν μπορούν να λειτουργούν τυπικά ή συμβουλευτικά. Χρειάζονται:

Θεσμική θωράκιση της λειτουργίας τους.

Πρόσβαση σε εκπαίδευση και επιστημονική υποστήριξη.

Πραγματική δυνατότητα παρέμβασης και ελέγχου των μέτρων πρόληψης.

Προστασία από εργοδοτικές πιέσεις και αντίποινα.

Η πρόληψη δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πεδίο σύγκρουσης για το ποιος ελέγχει την παραγωγική διαδικασία. Όσο ο εργαζόμενος αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμος, η ασφάλεια θα υποχωρεί μπροστά στο κέρδος. Η διεκδίκηση ουσιαστικού ρόλου των εργαζομένων στην πρόληψη είναι μορφή συλλογικής αυτοπροστασίας και στοιχείο κοινωνικού ελέγχου πάνω στις συνθήκες εργασίας.

5. Δημοκρατία στο συνδικάτο – Το δικαίωμα οργάνωσης των εργαζομένων στο στόχαστρο

Η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων συνοδεύτηκε από παρεμβάσεις στον ίδιο τον τρόπο οργάνωσης των εργαζομένων. Το θεσμικό πλαίσιο των τελευταίων ετών, με αιχμή τον νόμο Χατζηδάκη, αναδιαμόρφωσε το περιβάλλον λειτουργίας των σωματείων και της απεργίας.

Η καθιέρωση του ηλεκτρονικού μητρώου, η γενίκευση ψηφιακών διαδικασιών για κρίσιμες συλλογικές αποφάσεις και η αυστηροποίηση των όρων άσκησης του απεργιακού δικαιώματος εντάσσονται σε μια κατεύθυνση ενισχυμένου ελέγχου και περιορισμού της αυτονομίας του συνδικαλιστικού κινήματος. Η συλλογική διαδικασία μετατοπίζεται από τον φυσικό χώρο συνάντησης, συζήτησης και αντιπαράθεσης σε ένα πλαίσιο διοικητικής τυποποίησης.

Η λειτουργία των σωματείων ως ζωντανών συλλογικοτήτων προϋποθέτει ενεργή συμμετοχή, άμεση συζήτηση, δυνατότητα διαμόρφωσης βούλησης μέσα από φυσική παρουσία. Όταν η συλλογική απόφαση αποσυνδέεται από αυτή τη διαδικασία, η συνδικαλιστική δημοκρατία αποδυναμώνεται.

Το ίδιο ισχύει και για την απεργία. Όταν περιβάλλεται από διαρκείς νομικούς περιορισμούς και διαδικαστικά εμπόδια, μετατρέπεται σε δικαίωμα υπό όρους. Αυτό επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα των εργαζομένων να ασκήσουν πίεση και να διαπραγματευτούν. Το πλήθος των απεργιών που κρίνονται παράνομες και καταχρηστικές από τα δικαστήρια, το αποδεικνύει.

Η υπεράσπιση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί οργανωτικό ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας. Αποτελεί βασική προϋπόθεση για κάθε μάχη σε μισθούς, χρόνο εργασίας και συνθήκες δουλειάς. Το Εργατικό Κέντρο Αθήνας οφείλει να στηρίξει ενεργά τη διατήρηση ζωντανών συλλογικών διαδικασιών, να συντονίσει την αμφισβήτηση του αντισυνδικαλιστικού πλαισίου και να υπερασπιστεί την αυτονομία των σωματείων του.

6. Συνέδριο ΕΚΑ: για το πέρασμα από τις εξάρσεις οργής στην οργάνωση του αγώνα

Το Εργατικό Κέντρο Αθήνας είναι το μεγαλύτερο δευτεροβάθμιο όργανο του ιδιωτικού τομέα. Σε έναν χώρο όπου ο συσχετισμός δύναμης είναι αρνητικός, ο ρόλος του δεν μπορεί να περιορίζεται σε ανακοινώσεις και ημερολογιακές απεργίες.

Η εμπειρία της απεργίας της 8ης Μάρτη 2023, μετά το έγκλημα των Τεμπών, έδειξε ότι οι δυνατότητες υπάρχουν. Το ΕΚΑ, μαζί με άλλα Εργατικά Κέντρα και την ΑΔΕΔΥ, προχώρησε σε μια από τις μαζικότερες απεργιακές κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών, ξεπερνώντας στην πράξη την αδράνεια και τη στάση της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ. Η απεργία εκείνη ανταποκρίθηκε στις διαθέσεις των εργαζομένων και εξέφρασε μια βαθιά κοινωνική οργή.

Ωστόσο, η θετική αυτή στιγμή δεν μετατράπηκε σε συνέχεια. Δεν διαμορφώθηκε σαφές πλαίσιο διεκδικήσεων και πολιτικών στόχων που να ενοποιεί την αγανάκτηση σε σταθερή κατεύθυνση σύγκρουσης. Δεν οργανώθηκε πρόγραμμα δράσης που να λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα των χαμένων μεροκάματων, να αξιοποιεί πολύμορφες μορφές πάλης και να εντάσσει την απεργία σε σχέδιο κλιμάκωσης.

Η απεργία λειτούργησε ως κορύφωση διαμαρτυρίας, όχι ως κόμβος ανατροπής συσχετισμών. Και αυτό δεν είναι ζήτημα διάθεσης των εργαζομένων, αλλά απουσίας σχεδιασμού και προγράμματος διεκδικήσεων. Ακόμα χειρότερα ήταν τα πράγματα τον Φλεβάρη του 2025, όπου σχεδόν με ένα εκατομμύριο ανθρώπους στους δρόμους της Αθήνας, το εργατικό κίνημα δεν ανέλαβε ρόλο οργανωτή της συνέχισης του αγώνα και πρωταγωνιστή στην μετατροπή της απαίτησης για δικαιοσύνη σε ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους που θα ένωναν την πλειοψηφία

του κόσμου της δουλειάς, δηλαδή κατάργηση των ιδιωιτικοποίησεων των τρένων και ενοποίηση τους σε ενιαίο, δημόσιο φορέα για ασφαλείας, ποιοτικές, φθηνές μεταφορές σε σύγκρουση με τη λογική του κέρδους και της κυριαρχίας των εργολάβων των Εθνικών οδών.

Σε κατάσταση ακρίβειας, όπου κάθε απεργία συνεπάγεται πραγματικό οικονομικό κόστος για τον εργαζόμενο, η κλιμάκωση δεν μπορεί να είναι ρητορική. Χρειάζεται προετοιμασία, συντονισμό, απεργιακή στήριξη, διαρκή καμπάνια πριν και μετά από κάθε κινητοποίηση. Χρειάζεται συγκεκριμένοι στόχοι που να μπορούν να μετρηθούν αρχικά ως βήματα αγωνιστικής αυτοπεποίθησης ώστε μα γίνουν νίκες.

Η μέχρι σήμερα πορεία του ΕΚΑ δεν ανταποκρίθηκε σε αυτή την ανάγκη. Οι παρατάξεις του εργοδοτικού συνδικαλισμού – ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΕΝΟΤΗΤΑ – φέρουν ευθύνη για την αδρανοποίηση και τη λογική διαχείρισης. ΕΜΕΙΣ-ΑΡΚΙ και ΕΑΚ ισσοροπούν ανάμεσα στον «εταιρισμό» και στην τελετουργική αγωνιστική φρασεολογία. Η ανάδειξη της ΔΑΣ σε πρώτη δύναμη δημιούργησε προσδοκίες για αλλαγή πορείας, όμως δεν συγκροτήθηκε συνεκτικός σχεδιασμός που να αξιοποιεί τις δυνατότητες που άνοιξε η περίοδος. Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα δεν αρκούν αγωνιστικές κορώνες, αφηρημένες επικλήσεις για κλιμάκωση ή πλειοδοσία στα αιτήματα.

Το διακύβευμα του συνεδρίου είναι αν το ΕΚΑ θα μετατρέψει την πείρα – θετική και αρνητική – σε στρατηγική οργάνωσης. Αν η απεργία θα αποτελεί στιγμή εκτόνωσης ή εργαλείο κλιμάκωσης. Αν οι διαθέσεις των εργαζομένων θα μεταφράζονται σε σταθερή συλλογική δύναμη.

Ανασυγκρότηση των συνδικάτων και της ισχύος των εργαζομένων σημαίνει σημαίνει οργάνωση πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από κάθε μάχη. Σημαίνει ενότητα στη δράση των αγωνιστικών ρευμάτων και στόχευση σε χειροπιαστές κατακτήσεις που να ενισχύουν την αυτοπεποίθηση του κόσμου της δουλειάς.

7. Πρόγραμμα Πάλης

Για τις Συλλογικές Συμβάσεις 
Όχι στη ψήφιση της «Εθνικής Συμφωνίας» και τη λογική του «κονωνικού εταιρισμού», δηλαδή της συνεργασίας με την εργοδοσία. Πλήρης αποκατάσταση της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Επαναφορά του κατώτατου μισθού στη συλλογική διαπραγμάτευση.

Υποχρεωτική και καθολική επεκτασιμότητα των κλαδικών συμβάσεων.

Υπερίσχυση της κλαδικής σύμβασης έναντι της επιχειρησιακής.

Πλήρης επαναφορά της μετενέργειας.

Ουσιαστικό δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία.

Για τον μισθό και τον χρόνο εργασίας

Ουσιαστικές αυξήσεις που να καλύπτουν τις απώλειες και τον πληθωρισμό.

Καθιέρωση αυτόματης τιμαριθμικής προσαρμογής.

Κατάργηση των ρυθμίσεων που νομιμοποιούν το 13ωρο και διευρύνουν τον εργάσιμο

χρόνο.

Πλήρης πληρωμή υπερωριών και αυστηρός έλεγχος της υπερεργασίας.

Για την Υγεία και την Ασφάλεια των εργαζομένων

Ενίσχυση και ουσιαστική στελέχωση της Επιθεώρησης Εργασίας.

Καθολική καταγραφή εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.

Δημιουργία Ταμείου Ασφάλισης Επαγγελματικού Κινδύνου με εργοδοτική χρηματοδότηση.

Θεσμική θωράκιση και αναβάθμιση των Επιτροπών Υγιεινής και Ασφάλειας με ενεργό ρόλο των εργαζομένων.

Για τη συνδικαλιστική δημοκρατία και την οργάνωση του αγώνα

Οι εργαζόμενοι δεν έχουν ανάγκη από συνδικαλιστικές ηγεσίες που λειτουργούν ως «μάνατζερ προγραμμάτων» και συνομιλητές της εξουσίας. Έχουν ανάγκη από μαχητικά, δημοκρατικά και διαφανή σωματεία , που λογοδοτούν στους εργαζόμενούς τους και όχι σε χρηματοδοτικούς μηχανισμούς. Η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης είναι αναγκαία.

Το ίδιο αναγκαία, όμως, είναι και η πολιτική και συνδικαλιστική αποκαθήλωση ενός μοντέλου που απαξίωσε το εργατικό κίνημα και το απομάκρυνε από την κοινωνία.

Κατάργηση του αντισυνδικαλιστικού πλαισίου και υπεράσπιση της απεργίας. Διατήρηση ζωντανών συλλογικών διαδικασιών, με φυσικές συνελεύσεις και αποφάσεις βάσης.

Οργάνωση απεργιακών ταμείων και δομών αλληλεγγύης.

Σταθερή παρέμβαση του ΕΚΑ σε κάθε χώρο όπου οι εργαζόμενοι συγκρούονται με εργοδοτική αυθαιρεσία.

Συνεχίζουμε με συναδέλφους και συναγωνιστές, συγκροτούμε ψηφοδέλτιο νέας παράταξης ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΗ ΚΙΝΗΣΗ ΕΚΑ στην οποία σας καλούμε να συμπορευτούμε σε κοινούς αγώνες.
أحدث أقدم