Αναδημοσίευση από την σελίδα workersnews.gr
Η πρόσφατη δυναμική κινητοποίηση των εργαζομένων στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) ανέδειξε για ακόμη μία φορά ένα κρίσιμο ζήτημα που αγκαλιάζει πλέον ολόκληρο τον δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα το καθεστώς των συμβασιούχων. Δεδομένου ότι η κυβέρνηση αρνείται κατηγορηματικά να ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων, το δημοσιουπαλληλικό κίνημα οφείλει να ξεκαθαρίσει από την πρώτη στιγμή τον στρατηγικό του προσανατολισμό.
Ο μοναδικός δρόμος για την επίλυση του ζητήματος είναι η άμεση προετοιμασία για έναν μεγάλο, παρατεταμένο απεργιακό αγώνα, ο οποίος θα συνεχιστεί ανυποχώρητα μέχρι να καμφθεί πλήρως η κυβερνητική αδιαλλαξία.Είναι πλέον απολύτως σαφές ότι η εργασία των συμβασιούχων δεν αποτελεί προσωρινή λύση ή προκύπτει από έκτακτες ανάγκες, αλλά έχει εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα για τη διασφάλιση της λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών. Σήμερα, το ποσοστό των εργαζομένων που απασχολούνται με ελαστικές μορφές εργασίας ξεπερνά το 25% του συνολικού εργατικού δυναμικού στο Δημόσιο. Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις σε νευραλγικούς τομείς όπως η υγεία, η κοινωνική μέριμνα, η καθαριότητα και οι διοικητικές δομές, όπου οι συμβασιούχοι φτάνουν ενίοτε το 50% του προσωπικού. Αυτοί οι εργαζόμενοι, παρότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του κράτους επί σειρά ετών, εξακολουθούν να βιώνουν μια ιδιότυπη εργασιακή ομηρία, ζώντας σε καθεστώς μόνιμης ανασφάλειας και υπό τη διαρκή απειλή της απόλυσης.Παράλληλα, η συζήτηση που ανακινείται γύρω από την κατάργηση ή στην καλύτερη περίπτωση τη συρρίκνωση του θεσμού της μονιμότητας στο Δημόσιο αποκαλύπτει τον βαθύτερο στρατηγικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, γεγονός που εξηγεί και την προειλημμένη απόφασή της να μην υποχωρεί στις διεκδικήσεις των συμβασιούχων. Απώτερος σκοπός είναι η πλήρης γενίκευση της επισφάλειας και η μετατροπή του δημόσιου τομέα σε χώρο όπου οι εργαζόμενοι θα στερούνται σταθερών δικαιωμάτων αφού είναι απολύτως εξαρτημένοι και ευάλωτοι στις διαθέσεις των κυβερνήσεων και των διοικήσεων.
Γι’ αυτό ο αγώνας για τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων υπερβαίνει τα στενά όρια μιας συγκεκριμένης ομάδας εργαζομένων και αφορά το μέλλον των εργασιακών σχέσεων στο Δημόσιο. Εάν κυριαρχήσει το μοντέλο του αναλώσιμου εργαζομένου με ημερομηνία λήξης, τίθενται τα θεμέλια για την πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την οριστική κατάργηση της σταθερής απασχόλησης.
Απέναντι σε αυτή τη ζοφερή προοπτική και μπροστά σε μια βέβαιη μετωπική σύγκρουσης με την κυβέρνηση, είναι επιτακτική η ανάγκη συγκρότησης ενός ενιαίου, πανδημοσιοϋπαλληλικού μετώπου, ώστε ο αγώνας να είναι νικηφόρος.
Με αιχμή του δόρατος την ΑΔΕΔΥ και μέσω του ουσιαστικού συντονισμού όλων των ομοσπονδιών, ο αγώνας αυτός πρέπει να ξεφύγει οριστικά από τη πρακτική των τυπικών ανακοινώσεων και των αποσπασματικών, εθιμοτυπικών απεργιών. Απαιτείται συστηματική πολιτική, οργανωτική και κινηματική προετοιμασία, ώστε να σφυρηλατηθεί στους ίδιους τους χώρους δουλειάς ο απεργιακός στρατός που θα φέρει εις πέρας αυτή την αναμέτρηση. Προς αυτή την κατεύθυνση, πρέπει να δρομολογηθεί άμεσα μια ευρεία εκστρατεία ενημέρωσης, οργάνωσης και κινητοποίησης σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα. Μέσα από την πραγματοποίηση γενικών συνελεύσεων, τη διοργάνωση συσκέψεων και την πραγματοποίηση περιοδειών σε κάθε εργασιακό χώρο, πρέπει να προετοιμαστεί το έδαφος για μια απεργία με διάρκεια.
Κομβικής σημασίας σε αυτή την προσπάθεια είναι η έμπρακτη συμπόρευση μόνιμων υπαλλήλων και συμβασιούχων, ώστε να ακυρωθεί κάθε τεχνητός διαχωρισμός που επιχειρείται να επιβληθεί. Είναι γνωστό ότι η κυβέρνηση και οι διοικητικοί μηχανισμοί προσπαθούν συστηματικά να καλλιεργήσουν έναν στρεβλό ανταγωνισμό, παρουσιάζοντας τους συμβασιούχους ως προσωρινές λύσεις και τους μόνιμους ως προνομιούχα ελίτ, με σκοπό να διασπάσουν την ενότητα των εργαζομένων. Η αλήθεια, όμως, είναι πως η υποβάθμιση των δικαιωμάτων των συμβασιούχων λειτουργεί ως Δούρειος Ίππος για τη συνολική καταρράκωση των εργασιακών δικαιωμάτων όλων των υπαλλήλων. Αυτή η εκτίμηση υπαγορεύει την ανάγκη για κοινούς αγώνες, που θα σφυρηλατηθούν μέσα από συνελεύσεις, διατμηματικές επιτροπές αγώνα και συντονισμένες δράσεις. Οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας εντός και εκτός των υπηρεσιών, οι παρεμβάσεις στα αρμόδια υπουργεία, οι καταλήψεις κτιρίων ενάντια στις επικείμενες απολύσεις και τα μαζικά συλλαλητήρια δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Πρέπει να λειτουργήσουν ως προπαρασκευαστικοί σταθμοί μιας αγωνιστικής πορείας, που θα κλιμακωθεί και θα κορυφωθεί με την κήρυξη και τη στήριξη απεργίας με διάρκεια. Η διασύνδεση των πρωτοβάθμιων σωματείων με τις ανώτερες συνδικαλιστικές οργανώσεις αποτελεί αναγκαία συνθήκη, ώστε η κινητοποίηση να αποκτήσει αντοχή στον χρόνο και πραγματική ισχύ.
Παράλληλα, αυτή η προσπάθεια οφείλει να αποκτήσει διεθνή προσανατολισμό, καθώς η αποδόμηση της σταθερής εργασίας και η προώθηση της επισφάλειας δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά φαινόμενα. Σε όλη την Ευρώπη εφαρμόζονται πανομοιότυπες πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, σκόπιμης υποστελέχωσης και επέκτασης των ελαστικών μορφών απασχόλησης στον δημόσιο τομέα. Συνεπώς, είναι αναγκαία η ανάπτυξη επαφών και η ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών με ευρωπαϊκά και διεθνή συνδικαλιστικά όργανα. Μια συντονισμένη καμπάνια διεθνούς αλληλεγγύης μπορεί να υψώσει ένα επιπλέον ισχυρό ανάχωμα και να συμβάλλει στη θωράκιση του απεργιακού αγώνα απέναντι στις πολιτικές που αντιμετωπίζουν τους δημόσιους υπαλλήλους ως φθηνό και ανακυκλώσιμο εργατικό δυναμικό.
Συμπερασματικά, αυτή η μάχη υπερβαίνει τα αμιγώς συνδικαλιστικά αιτήματα και αγγίζει τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους, διεκδικώντας το δικαίωμα των πολιτών σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες. Εφόσον πλέον δεν τρέφουμε αυταπάτες και γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι η κυβέρνηση είναι ανυποχώρητη στην προώθηση της ανακύκλωσης των συμβάσεων και της υπονόμευσης της σταθερότητας, το εργατικό κίνημα δεν έχει περιθώρια για ημίμετρα. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και η προσφυγή στο έσχατο, αλλά και ισχυρότερο όπλο μας, την παρατεταμένη απεργία, αποτελεί τη μοναδική διέξοδο. Το δίλημμα πλέον είναι σαφές: είτε θα αποδεχθούμε παθητικά τη ρευστοποίηση του Δημοσίου και την επικράτηση της εργασιακής ανασφάλειας, είτε θα ορθώσουμε ένα μαζικό, αποφασιστικό και διαρκές απεργιακό μέτωπο μέχρι τη νίκη και τη διασφάλιση μόνιμης και σταθερής εργασίας για όλους.
