Κοινή πρόταση της ΕΑΣ & του Δικτύου Ανεξάρτητων Συνδικαλιστών στο ΓΣ της ΑΔΕΔΥ στις 4/2/26

 

Το πρώτο Γενικό Συμβούλιο μετά το Συνέδριο του Δεκεμβρίου 2025 διεξάγεται σε μια περίοδο έντονων και επικίνδυνων εξελίξεων, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στη χώρα μας, που επηρεάζουν άμεσα τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, τα κοινωνικά δικαιώματα και τον ίδιο τον χαρακτήρα του κράτους. Το συνδικαλιστικό κίνημα καλείται να παρέμβει σε ένα περιβάλλον βαθιάς κοινωνικής πίεσης, επιθετικών αναδιαρθρώσεων και συστηματικής αναδιάταξης προτεραιοτήτων σε βάρος των κοινωνικών αναγκών.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκή Ένωση, προωθείται με ολοένα και πιο επιθετικό τρόπο η περικοπή των κοινωνικών δαπανών, στο όνομα της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και της προσαρμογής στους νέους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς. Πόροι που θα έπρεπε να κατευθύνονται στην υγεία, την παιδεία, την κοινωνική πρόνοια και τις δημόσιες υπηρεσίες, αφαιρούνται συστηματικά, ώστε να χρηματοδοτηθεί η στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης και η εκτίναξη των στρατιωτικών δαπανών. Οι επιλογές αυτές δεν είναι ουδέτερες: μετακυλίουν το κόστος στους εργαζόμενους και στα λαϊκά στρώματα, διαμορφώνοντας ένα μόνιμο καθεστώς λιτότητας και ανασφάλειας.

Στη χώρα μας, αυτή η στρατηγική εξειδικεύεται μέσα από συνεχιζόμενες περικοπές και υποχρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών, μισθολογική καθήλωση, υποστελέχωση και εντατικοποίηση της εργασίας. Την ίδια στιγμή, η ακρίβεια κατατρώει το εισόδημα των εργαζομένων, μετατρέποντας ακόμη και τον μισθό πλήρους απασχόλησης σε ανεπαρκές μέσο επιβίωσης. Η καθημερινότητα των δημοσίων υπαλλήλων επιβαρύνεται από αυξημένα έξοδα στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών, χωρίς καμία ουσιαστική αντιστάθμιση.

Παράλληλα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φάση επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη θεσμοθέτηση εξαντλητικών μορφών εργασίας, όπως το 13ωρο, που επιχειρεί να κανονικοποιήσει την εργασιακή εξουθένωση και να καταργήσει βασικές κατακτήσεις δεκαετιών. Οι αλλαγές αυτές συνοδεύονται από μηχανισμούς ελέγχου, πειθάρχησης και αυταρχισμού, που πλήττουν ιδιαίτερα τον δημόσιο τομέα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε φάση ύφεσης, με περιορισμένη συμμετοχή και χαμηλό επίπεδο αγωνιστικής κινητοποίησης. Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελούν οι αγώνες των αγροτών, που ανέδειξαν ότι η οργάνωση, η διάρκεια και η μαζικότητα μπορούν να φέρουν στο προσκήνιο πραγματικές κοινωνικές αντιθέσεις και αιτήματα. Αυτή η εμπειρία αναδεικνύει, ταυτόχρονα, τις δυνατότητες αλλά και τις ευθύνες του συνδικαλιστικού κινήματος στον δημόσιο τομέα.

Σε αυτές τις συνθήκες, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη για μια άλλη πορεία του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος. Μια πορεία που θα σπάει τη λογική της διαχείρισης και της αδράνειας, θα επανασυνδέει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις με τους χώρους δουλειάς και θα διαμορφώνει όρους συλλογικής αντίστασης και διεκδίκησης. Η ΑΔΕΔΥ δεν μπορεί να παραμένει θεατής των εξελίξεων, αντίθετα οφείλει να μετατραπεί σε πραγματικό εργαλείο αγώνα.

Η πρόταση μας κατατίθεται ακριβώς με αυτή τη λογική: ως απάντηση στην κοινωνική υποβάθμιση, στην επίθεση στα δικαιώματα και στην ανάγκη ανασύνταξης και επαναπροσανατολισμού του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος σε κατεύθυνση μαχητική, συλλογική και με προοπτική ανατροπής των αντεργατικών πολιτικών.

Σε αυτές τις συνθήκες, η ΑΔΕΔΥ δεν μπορεί να παραμένει θεατής των εξελίξεων ούτε να στέκεται ουδέτερα απέναντι στις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της εποχής. Οφείλει να πάρει σαφή θέση:

·          στο πλευρό των εργαζομένων του Δημοσίου, οργανώνοντας τον αγώνα ενάντια στη μισθολογική καθήλωση, την ακρίβεια, την εντατικοποίηση και την υποστελέχωση,

·    στο πλευρό των αγωνιζόμενων κοινωνικών δυνάμεων και της κοινωνικής πλειοψηφίας που βιώνει τις συνέπειες των πολιτικών λιτότητας και κοινωνικής υποβάθμισης,

·    ενάντια στη λογική της στρατιωτικοποίησης και των εξοπλισμών, που αφαιρεί πόρους από την υγεία, την παιδεία και τις κοινωνικές ανάγκες,

·     υπέρ της ειρήνης, των κοινωνικών δαπανών και των δημόσιων υπηρεσιών, συνδέοντας τον αγώνα για μισθούς, δικαιώματα και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας με την υπεράσπιση των κοινωνικών αναγκών.

Μόνο μέσα από αυτή τη σαφή πολιτική τοποθέτηση μπορεί η ΑΔΕΔΥ να αποκτήσει ξανά κοινωνικό ρόλο, αξιοπιστία και προοπτική.

Η πρόταση μας κατατίθεται με τη λογική: ως απάντηση στην κοινωνική υποβάθμιση και στην επίθεση στα δικαιώματα, αλλά και ως προσπάθεια ανασύνταξης και επαναπροσανατολισμού του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος σε κατεύθυνση μαχητική, συλλογική και με προοπτική. Μια πρόταση που φιλοδοξεί να συμβάλει στη μετατροπή της ΑΔΕΔΥ σε πραγματικό εργαλείο αγώνα των εργαζομένων στο Δημόσιο και της κοινωνίας.

1. Η λειτουργία της ΑΔΕΔΥ

Η ΑΔΕΔΥ οφείλει να λειτουργεί ως πραγματικά δημοκρατική και συλλογική οργάνωση. Να είναι ανοιχτή σε όλες τις δυνάμεις που τη συγκροτούν, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς πρακτικές περιθωριοποίησης απόψεων και χωρίς προειλημμένες αποφάσεις που απλώς επικυρώνονται εκ των υστέρων.

Η δημοκρατική λειτουργία δεν εξαντλείται σε τυπικές διαδικασίες. Προϋποθέτει ουσιαστικό διάλογο, αντιπαράθεση θέσεων και συλλογική διαμόρφωση αποφάσεων. Η απομάκρυνση της ΑΔΕΔΥ από αυτές τις αρχές την καθιστά αδύναμη και αποκομμένη από τους εργαζόμενους.

Κομβικής σημασίας είναι η επανεκκίνηση της σχέσης της ΑΔΕΔΥ με τους χώρους δουλειάς. Η επικοινωνία με τους εργαζόμενους δεν μπορεί να είναι ευκαιριακή ή αποσπασματική. Απαιτείται οργανωμένο σχέδιο ενημέρωσης, σταθερή παρουσία και συστηματική μεταφορά της εμπειρίας από τη βάση προς τα όργανα.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΑΔΕΔΥ πρέπει να συστηματοποιήσει τις συναντήσεις με τα σωματεία, μέσω τακτικών συσκέψεων με ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι συσκέψεις αυτές πρέπει να λειτουργούν ως χώροι συντονισμού, σχεδιασμού και συλλογικής χάραξης αγωνιστικής πορείας, όχι ως μια τυπική διαδικασία.

Για αγώνες και απεργίες με πραγματική προοπτική συμμετοχής των εργαζομένων, προαπαιτούμενο για την επίτευξη νικών

Η απεργία δεν είναι ένα τυπικό ή τελετουργικό γεγονός, ούτε μια επικοινωνιακή κίνηση «διαμαρτυρίας». Είναι το κορυφαίο συλλογικό μέσο πάλης των εργαζομένων και, ακριβώς γι’ αυτό, η χρήση της προϋποθέτει πολιτική προσανατολισμό, σοβαρότητα και προοπτική.

Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων δείχνει ότι απεργίες που προκηρύσσονται αιφνιδιαστικά, χωρίς επαρκή προετοιμασία, χωρίς δουλειά στους χώρους εργασίας και χωρίς ξεκάθαρο πλαίσιο στόχων και διεκδικήσεων, δεν ενισχύουν το κίνημα. Αντίθετα, οδηγούν σε χαμηλή συμμετοχή, καλλιεργούν απογοήτευση και συμβάλλουν στην απαξίωση της ίδιας της απεργίας στα μάτια των εργαζομένων. Όταν οι εργαζόμενοι δεν βλέπουν νόημα, προοπτική ή πιθανότητα αποτελέσματος, η μη συμμετοχή παύει να είναι αδυναμία και μετατρέπεται σε «λογική επιλογή».

Αυτή η κατάσταση υπονομεύει τη συλλογική δράση, διαβρώνει την εμπιστοσύνη στο συνδικαλιστικό κίνημα και, τελικά, καταλήγει είτε στην απεργοσπασία και είτε στην εξατομίκευση. Η επανάληψη τέτοιων πρακτικών συνιστά, κατά τη γνώμη μας, απεργιακή απαξίωση: μια διαδικασία που φθείρει το πιο ισχυρό όπλο των εργαζομένων αντί να το ενισχύει.

Μια απεργία μπορεί να είναι αποτελεσματική μόνο όταν πληρούνται συγκεκριμένες, αναγκαίες προϋποθέσεις:

·          όταν προγραμματίζεται έγκαιρα και όχι την τελευταία στιγμή,

·   όταν προηγείται συστηματική δουλειά οργάνωσης και ενημέρωσης στους χώρους εργασίας,

·          όταν υπάρχουν σαφείς, κατανοητοί και κοινά αποδεκτοί στόχοι και διεκδικήσεις,

·    όταν εντάσσεται σε έναν συνολικό σχεδιασμό κλιμάκωσης και όχι ως μεμονωμένο «πυροτέχνημα».

Με βάση αυτά τα κριτήρια, οι απεργιακές κινητοποιήσεις έχουν ουσία μόνο όταν πληρούνται οι παραπάνω όροι- εκτός προφανώς από έκτακτες περιστάσεις όπως ήταν οι απεργίες για το κρατικό έγκλημα των Τεμπών. Προτάσεις κινητοποιήσεων χωρίς σχέδιο, χωρίς προετοιμασία και χωρίς ορατή προοπτική δεν υπηρετούν τον αγώνα και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι αναγκαία η πολιτική οριοθέτηση και η κριτική τους ως πρακτικές απεργιακής απαξίωσης.

Η υπεράσπιση της απεργίας ως ουσιαστικού μέσου πάλης είναι βασικό στοιχείο της πολιτικής μας ταυτότητας και αναγκαίος όρος για την ανασυγκρότηση του δημοσιοϋπαλληλικού κινήματος.

Για την οργάνωση των κινητοποιήσεων και των απεργιών– από τον σχεδιασμό στη μαζική συμμετοχή

Με βάση τα παραπάνω, η οργάνωση των κινητοποιήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά ή πρόχειρα. Αποτελεί κεντρικό καθήκον της ΑΔΕΔΥ και απαιτεί συγκεκριμένο σχεδιασμό, χρονοδιάγραμμα και καταμερισμό ευθυνών.

Η διαδικασία ξεκινά από τον έγκαιρο προσδιορισμό των αγωνιστικών πρωτοβουλιών. Οι εργαζόμενοι πρέπει να γνωρίζουν εγκαίρως τι διεκδικούν, πότε καλούνται να κινητοποιηθούν και ποιος είναι ο στόχος κάθε μορφής πάλης. Η σαφήνεια και η χρονική προετοιμασία είναι βασικές προϋποθέσεις για τη μαζική συμμετοχή.

Καθοριστικό ρόλο έχουν οι συσκέψεις σωματείων και ομοσπονδιών, καθώς και οι γενικές συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς. Εκεί πρέπει να γίνεται ουσιαστική ενημέρωση, συζήτηση και συλλογική απόφαση, ώστε οι κινητοποιήσεις να αποτελούν συνειδητή επιλογή των ίδιων των εργαζομένων και όχι απόφαση «από τα πάνω».

Πριν από τις απεργιακές κινητοποιήσεις, είναι αναγκαίο να προηγούνται ενδιάμεσες αγωνιστικές δράσεις, όπως συγκεντρώσεις σε υπηρεσίες και χώρους εργασίας, συλλαλητήρια, παρεμβάσεις και, όπου χρειάζεται, συντονισμένες καταλήψεις υπηρεσιών, είτε κατά τομέα σε πανελλαδικό επίπεδο είτε στο σύνολο του Δημοσίου. Οι δράσεις αυτές συμβάλλουν στη διαμόρφωση αγωνιστικού κλίματος και στη σταδιακή μαζικοποίηση του αγώνα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η οργάνωση περιοδειών στο κέντρο και την περιφέρεια από συνδικαλιστικά στελέχη της ΑΔΕΔΥ, σε συνεργασία με τις Ομοσπονδίες. Οι περιοδείες αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν ενημερώσεις, συνελεύσεις και παρεμβάσεις στους χώρους δουλειάς, αλλά και άνοιγμα των αιτημάτων στις τοπικές κοινωνίες. Σε αυτή την κατεύθυνση, απαιτείται η ουσιαστική ενεργοποίηση των Νομαρχιακών Τμημάτων, ώστε να πάψουν να λειτουργούν τυπικά και να αποκτήσουν πραγματικό ρόλο παρέμβασης και συντονισμού.

Παράλληλα, η ΑΔΕΔΥ οφείλει να συμβάλει ώστε τα αιτήματα των εργαζομένων να γίνουν υπόθεση της κοινωνίας. Αυτό προϋποθέτει σταθερή παρουσία στον δημόσιο λόγο, αξιοποίηση των μέσων επικοινωνίας και συστηματική επαφή με κοινωνικούς φορείς και συλλογικότητες. Ο αγώνας των δημοσίων υπαλλήλων αφορά άμεσα το σύνολο της κοινωνίας, καθώς συνδέεται με την ποιότητα και τον χαρακτήρα των δημόσιων υπηρεσιών.

Μόνο μέσα από μια τέτοια οργανωμένη, κλιμακούμενη και κοινωνικά ανοιχτή διαδικασία μπορούν οι κινητοποιήσεις να αποκτήσουν μαζικό χαρακτήρα, διάρκεια και πραγματική προοπτική αποτελεσματικότητας.

3. Το πλαίσιο αιτημάτων

Στο επίκεντρο κατά την γνώμη μας πρέπει να βρίσκεται το ζήτημα των μισθών. Κεντρικό αίτημα αποτελεί ο κατώτατος μισθός στο Δημόσιο να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση. Η θέση ότι κανένας μισθός δεν μπορεί να βρίσκεται κάτω από 1.000 ευρώ καθαρά απαντά σήμερα στις  πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.

Αδιαπραγμάτευτα αιτήματα αποτελούν η πλήρης επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, η επαναφορά της μισθολογικής ωρίμανσης και της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), η ενεργοποίηση των μισθολογικών κλιμακίων που πάγωσαν τα προηγούμενα χρόνια και η κατάργηση της εισφοράς Αλληλεγγύης. Η μισθολογική πολιτική δεν μπορεί να είναι μονομερής κυβερνητική απόφαση, ενώ απορρίπτεται συνολικά η πολιτική των μπόνους, που λειτουργεί με αδιαφανή κριτήρια και διασπά τη συλλογική διεκδίκηση.

Κομβικό είναι το ζήτημα της υποστελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών αφού εκτός από την βελτίωση των συνθηκών εργασίας ανοίγει δρόμους για συμμαχίες με λαϊκά τμήματα της κοινωνίας. Η χρόνια έλλειψη προσωπικού οδηγεί σε εντατικοποίηση της εργασίας, εξουθένωση και σοβαρή υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς την κοινωνία. Η υποστελέχωση δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο αλλά πολιτική επιλογή. Απαιτείται μαζική και μόνιμη στελέχωση, με βάση τις πραγματικές ανάγκες των υπηρεσιών. Μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων

Την ίδια στιγμή, το νέο πειθαρχικό δίκαιο σε συνδυασμό με την λεγόμενη αξιολόγηση αποτελούν μηχανισμούς ελέγχου, πειθάρχησης και εκφοβισμού των εργαζομένων. Μετακυλίουν τις κυβερνητικές ευθύνες στους εργαζομένους και πλήττουν τη συνδικαλιστική δράση. Χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα το τελευταίο χρονικό διάστημα για τσακίσουν κάθε φωνή που αντιστέκεται. Όλα αυτά τα απορρίπτουμε συνολικά. Προκήρυξη Απεργίας Αποχής από την αξιολόγηση, κατάργηση του Νόμου Βορίδη, κάλυψη των συνάδελφων νομικά, συνδικαλιστικά και οικονομικά.

4. Προσδιορισμός απεργιακών κινητοποιήσεων

Με βάση όλα αυτά προτείνουμε άμεσο προσδιορισμό απεργιακών κινητοποιήσεων για τέλη Απρίλη με συγκεκριμένη ημερομηνία και προοπτική κλιμάκωσης. Η απόφαση αυτή θα αποτελεί την κορύφωση μιας οργανωμένης αγωνιστικής πορείας και όχι ένα πυροτέχνημα χωρίς προοπτική για συνέχεια. Επίσης προτείνουμε συμμετοχή στο συλλαλητήριο στις 28/2 για τα Τέμπη και την έκδοση ψηφίσματος για τον θάνατο των μεταναστών στο ναυάγιο στη Χίο.

Η επιτυχία των απεργιακών κινητοποιήσεων εξαρτάται από το αν θα συνοδευτούν από όλα όσα περιγράφηκαν παραπάνω: ενημέρωση, συνελεύσεις, συσκέψεις, περιοδείες και ενδιάμεσες αγωνιστικές δράσεις. Μόνο έτσι μπορούν να αποκτήσουν μαζικό χαρακτήρα, διάρκεια και προοπτική αποτελεσματικότητας.

Η παρούσα πρόταση κατατίθεται ως αναλυτική και ολοκληρωμένη πρόταση αγώνα, που στοχεύει σε μια ΑΔΕΔΥ πραγματικά μαχητική, δημοκρατική και συνδεδεμένη με τους εργαζόμενους και τις κοινωνικές ανάγκες.

Δεν έχουμε αυταπάτες για τους συσχετισμούς που είναι διαμορφωμένοι στο τριτοβάθμιο επίπεδο. Θεωρούμε όμως υποχρέωση να δώσουμε στο Γενικό Συμβούλιο τη δική μας εκδοχή και η ψήφος μας θα εξαρτηθεί από την αποδοχή ενός τέτοιου σχεδιασμού.

- Η πρόταση ψηφίστηκε από την ΕΑΣ το Δίκτυο Ανεξάρτητων Συνδικαλιστών και την εκπρόσωπο των ΣΥΝΕΚ

أحدث أقدم